Αναμόρφωσις


Αναμόρφωσις
Τίτλος διαφόρων εφημερίδων και περιοδικών. 1. Έντυπο πολιτικού περιεχομένου που εκδιδόταν στην Κεφαλονιά τέσσερις φορές τον μήνα –και συνήθως το Σάββατο– από τις 30 Δεκεμβρίου 1843 έως την 1η Ιανουαρίου 1846. 2. Έντυπο πολιτικού και φιλολογικού περιεχομένου που εκδιδόταν στην Αθήνα κάθε Σάββατο, την περίοδο 1871-72. 3. Εβδομαδιαίο έντυπο οικογενειακού και κοινωνικού περιεχομένου. Εκδιδόταν στον Πειραιά από τον Γ. Δημακόπουλο (1899-1906). 4. Επιστημονικό περιοδικό για την «εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων», που εκδιδόταν στην Αθήνα το 1921-22 με την επιμέλεια του Σ. Βεργίτση. 5. Δεκαπενθήμερη φιλολογική έκδοση των Μ. Κορνάρου, Ι. Χρονάκη και I. Μαντωνάκη με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης. Υπήρξε βραχύβια (1922). 6. Εβδομαδιαία αθηναϊκή εφημερίδα πολιτικού περιεχομένου, όργανο του Αναμορφωτικούκόμματος. Εκδότης της ήταν ο Η. Καπετανάκης (1924-25). 7. Θρησκευτικό περιοδικό. Κυκλοφόρησε σε δύο περιόδους, από το 1899 έως το 1907 και από το 1955 έως το 1959.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναμόρφωσις — forming anew fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναμορφώσεσι — ἀναμόρφωσις forming anew fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναμόρφωσιν — ἀναμόρφωσις forming anew fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Anamorphismus — Anamorphose, die nur durch den zylindrisch gewölbten Spiegel erkennbar wird Als eine Anamorphose (altgriechisch ἀναμόρφωσις, neugr. αναμόρφωση „die Umformung“, von μορφή, „die Gestalt, Form“) bezeichnet man …   Deutsch Wikipedia

  • Anamorphose — Anamorphose, die nur durch den zylindrisch gewölbten Spiegel erkennbar wird …   Deutsch Wikipedia

  • Spiegelanamorphose — Anamorphose, die nur durch den zylindrisch gewölbten Spiegel erkennbar wird Als eine Anamorphose (altgriechisch ἀναμόρφωσις, neugr. αναμόρφωση „die Umformung“, von μορφή, „die Gestalt, Form“) bezeichnet man …   Deutsch Wikipedia

  • Анаморфоз (искусство) — У этого термина существуют и другие значения, см. Анаморфоз. Анаморфоз (др. греч. ἀναμόρφωσις, Anamorphosis; греч. αναμόρφωση; от μορφή «образ, форма») это конструкция, созданная таким образом, что в результате оптического смещения некая… …   Википедия

  • New Railway Station, Thessaloniki — New Railway Station of Thessaloniki Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός Θεσσαλονίκης T …   Wikipedia

  • anamorfosis — (Del gr. anamorphosis, transformación.) ► sustantivo femenino PINTURA formal Pintura o dibujo en que la imagen sólo puede percibirse correctamente desde un punto de vista determinado. IRREG. plural anamorfosis * * * anamorfosis (del gr.… …   Enciclopedia Universal

  • αναμόρφωση — η (Α ἀναμόρφωσις) [ἀναμορφῶ] επανακατασκευή, αναδημιουργία κάποιου πράγματος με μερικές ή ολικές τροποποιήσεις τής παλαιάς του μορφής, ανασχηματισμός, ανακαίνιση νεοελλ. το να δίνει κανείς νέα διάπλαση, νέες κατευθύνσεις σε κάτι αρχ. ξαναγέννημα …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.